Αγρο-αστικές
Ροές: Οι χαμένοι και οι Κερδισμένοι[1]

 Γεωργίου Α. Δαουτοπούλου, Καθηγητή Γεωπονίας,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
1. Εισαγωγή
Παραδοσιακά, η θεώρηση του αγροτικού και αστικού χώρου ως δύο
ξεχωριστών ενοτήτων (διχοτομική θεώρηση) ήταν κυρίαρχη στην αναπτυξιακή θεωρία και
πρακτική όπως τεκμηριώνεται από τις επικρατούσες πολιτικές και πρακτικές οι
οποίες αναφέρονταν σε χωρικές και τομεακές παρεμβάσεις. Έτσι, πολύ λίγο ήταν το
ενδιαφέρον στην αγρο-αστική αλληλεπίδραση. Οι αγροτικές περιοχές θεωρούνταν ως πηγές
τροφής και πρώτων υλών, ως δεξαμενή καθαρού νερού, αέρα και φθηνής εργασίας για
τα αστικά κέντρα. Επιπρόσθετα, πολιτισμικά στοιχεία διατηρούνταν στις αγροτικές
περιοχές ενώ στα αστικά κέντρα τα πολιτισμικά στοιχεία υιοθετούν έναν
περισσότερο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Από την άλλη μεριά, οι αστικές περιοχές θεωρούνταν
και αντιμετωπίζονταν ως οι αγορές των αγροτικών προϊόντων και εισροών και ως τόποι
όπου προσφέρονται εξειδικευμένες υπηρεσίες και ένα μεγάλο φάσμα ευκαιριών
απασχόλησης. Τέλος, πληροφόρηση, νεωτερισμοί και νέα τεχνολογία ήταν διαθέσιμα στις
αγροτικές περιοχές μόνο από τα αστικά κέντρα.
            Σήμερα, οι αγροτικές
και αστικές περιοχές δεν μπορούν να μελετηθούν ή να αντιμετωπιστούν στην αναπτυξιακή
πρακτική σε απομόνωση. Απεναντίας, αντιμετωπίζονται ως περιοχές οι οποίες αλληλεπιδρούν
και έχουν αναπτύξει ποικίλους δεσμούς. Άνθρωποι, τροφές/εμπορεύματα, εισοδήματα/κεφάλαια,
πληροφόρη­ση, ρύποι και απορρίμματα και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις παίζουν έναν
σπουδαίο ρόλο στο μετασχηματισμό του αγροτικού και αστικού χώρου σε όλες τις
χώρες.
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αστικών και αγροτικών
περιοχών αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως θεμελιακοί παράγοντες στη
διαδικασία της κοινωνικής, οικονομικής, μορφωτικής και περιβαλλοντικής αλλαγής.
Επιπρόσθετα, υπάρχει μια αυξανόμενη αγρο-αστική αλληλεπίδραση, ιδιαίτερα στην περιαστική
επαφή όπου έχουμε ένα μωσαϊκό από γεωργικά και αστικά οικοσυστήματα, μια αυξημένη
ετερογένεια τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, γρήγορες αλλαγές και διαφορετικά
και συγκρουόμενα συμφέροντα, πρακτικές και αντιλήψεις. Οι παρούσες αυξημένες αλληλεπιδράσεις
μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών είναι αποτέλεσμα των βελτιωμένων υποδομών,
αυξημένων μετακινήσεων ανθρώπων (κοινωνικά δίκτυα, συγγενικοί και οικογενειακοί
δεσμοί), αυξημένης πρόσβα­σης των ανθρώπων στην πληροφόρηση, αυξημένης
συμμετοχής στις πολιτικές διαδικα­σίες, αυξημένης πρόσβασης στις αγορές και
τελικά αυξημένες ροές υγρών και στερεών αποβλήτων.  
2. Οι Νέες Προσεγγίσεις
            Στο τέλος του 20ου αιώνα, το αναπτυξιακό παράδειγμα
των «αγρο-αστικών δεσμών» συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ερευνη­τών και των
σχεδιαστών μέτρων πολιτικής. Οι μικρές πόλεις θεωρούνταν τώρα ότι έπαιζαν ένα πολύ
σημαντικό ρόλο στη διασύνδεση των αγροτικών περιοχών με τις εγχώριες και
διεθνείς αγορές. Επιπρόσθετα, οι μικρές πόλεις προσέφεραν στους ανέργους των αγροτικών
περιοχών νέες θέσεις εργασίας και συνεπώς δημιουργούσαν μια πιο εκτεταμένη και
διευρυμένη οικονομία. Η έμφαση δίδεται τώρα σε στρατηγικές ανάπτυξης που
βασίζονται στην αγορά. Οι τοπικές αρχές, κάτω από το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα
αναλαμβάνουν νέους ρόλους. Όχι μόνο ως δημιουργοί των υποδομών και των υπηρεσιών,
αλλά επίσης ως υποστηρικτές της οικονομικής ανάπτυξης και της καταπολέμησης της
φτώχειας.
Η υπερβολική έμφαση στις αγορές είναι η κύρια
αδυναμία και αυτού του αναπτυξιακού υποδείγματος. Οι αγορές είναι τέλειες στην οικονομική
θεωρία, αλλά ατελείς στην καθημερινή πρακτική. Πρέπει να τις μεταχειριζόμαστε και
να τις εξετάζουμε ως κοινωνικούς θεσμούς στους οποίους μερικοί συμμετέχοντες έχουν
περισσότερη δύναμη και πληροφόρηση για τον έλεγχό τους και προς όφελός τους,
αποκλείοντας άλλους αδύναμους συμμετέχοντες.  
            Η δική μας άποψή για
τον χωρικό και τομεακό σχεδιασμό μπορεί να ονομαστεί «αειφορική τοπική ανάπτυξη» μια και αναζητά τη μακροχρόνια επιβίωση
των αγροτικών περιοχών και ταυτόχρονα την αειφορικότητα των πρακτικών (Daoutopoulos, et al, 2001; Δαουτόπουλος και
άλλοι, 2005). Η αειφορία πρέπει να καταστεί ο τελικός σκοπός κάθε παρέμβασης
στις αγροτικές και αστικές περιοχές. Επί του παρόντος, οι αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν
νέα προβλήματα καθώς τα αγροτικά εισοδήματα μειώνονται από τον ανταγωνισμό και
την εκτόπιση την οποία υφίστανται από παρόμοια προϊόντα των αναπτυσσόμενων
χωρών. Επιπρόσθετα, οι βιομηχανικές μονάδες μεταφέρονται σε χώρες με φθηνή εργατική
δύναμη αφήνοντας πίσω τους μαζική ανεργία. Το μέλλον φαίνεται χλωμό για τους ανθρώπους
της υπαίθρου οι οποίοι θα επιβιώσουν για λίγα ακόμη χρόνια με τις επιδοτήσεις
τη αναθεωρημένης  ΚΑΠ. Το νέο καθήκον των
ερευνητών και των σχεδιαστών μέτρων πολιτικής είναι να αντι­μετωπίσουν αυτά τα προβλήματα
και να διαμορφώσουν ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα.
Η δική μας θέση με βάση την πολύχρονη εμπειρία από τη μελέτη του
αγροτικού χώρου στηρίζεται σε μια σειρά από παράγοντες που αποδεικνύουν την ανάγκη
να υιοθετήσουμε μια αειφόρο τοπική ανάπτυξη, όπως:
α) Δεν υπάρχει
ομοιομορφία στα χαρακτηριστικά και στις σχέσεις μεταξύ μικρών πόλεων και των
περιοχών που τις περιβάλλουν. Συνεπώς, δεν χρειαζόμαστε γενικές πολιτικές αλλά
πολιτικές οι οποίες πρέπει να λάβουν υπόψη τους όλο το φάσμα των ιδιαιτεροτήτων
που υπάρχουν,
β) Οι αγορές δεν
είναι τέλειοι θεσμοί για την κατανομή πόρων και τιμών. Είναι μάλλον κοινωνικοί
θεσμοί στους οποίους μερικοί συμμετέχοντες έχουν καλύτερη πρόσβαση σε
πληροφορίες ή σε άλλα κρίσιμα στοιχεία και συνεπώς έχουν ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα
έναντι των άλλων συμμετεχόντων στην αγορά,
γ) Οι συγκεντρωτικές
διαδικασίες λήψης αποφάσεων δεν λειτουργούν σε αυτό το πολύπλοκο και
διαφοροποιημένο περιβάλλον. Αντίθετα, ο τοπικός πληθυσμός πρέπει να αναλάβει περισσότερα
καθήκοντα για να αντιμετωπίσει αυτά τα θέματα με συμμετοχή στην τοπική
διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της επικου­ρικότητας (λήψη των αποφάσεων
στο πλησιέστερο προς τον πολίτη επίπεδο) πρέπει να εφαρμοστεί,
δ) Επενδύσεις και
αναζήτηση πόρων πρέπει να γίνονται στο τοπικό επίπεδο με στόχο να διασφαλιστεί η
οικονομική αειφορία (Συνεταιριστικά Τραπεζικά Ιδρύματα),
ε) Υπάρχει
μεγάλη ανάγκη για την αύξηση και διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων,
στ) Η
εξειδίκευση της παραγωγής, οι μονοκαλλιέργειες και η έλλειψη μεταποίησης
συρρικνώνουν τα αγροτικά εισοδήματα και καθιστούν τις αγροτικές περιοχές
ιδιαίτερα ευάλωτες,
ζ) Πρέπει να διασφαλιστεί
η περιβαλλοντική αειφορία κάθε δράσης, πρακτικής ή αναπτυξιακής διαδικασίας
ώστε να επιτευχθεί η αειφορία.  
Η αειφόρος τοπική ανάπτυξη που πρέπει να αποτελέσει το νέο μας
αναπτυξιακό υπόδειγμα, χρειάζεται μια νέα μονάδα παρέμβασης, αυτήν της λεκάνης
απορροής. Οι διοικητικές περιοχές, όπως έχουν οριστεί, συχνά διαμοιράζουν τις περιοχές
παρέμβασης ανάμεσα σε διαφορετικές λεκάνες απορροής καθιστώντας το συντονισμό
του σχεδιασμού μια πολύ δύσκολη διαδικασία. Για παράδειγμα, εάν μια περιοχή στα
χαμηλά αντιμετωπίζει προβλήματα πλημμύρων, οι παρεμβάσεις που χρειά­ζονται για
τη διόρθωση της κατάστασης πρέπει να γίνουν στα ορεινά, στα ανάντη της
περιοχής. Εάν αυτή η περιοχή βρίσκεται σε άλλη διοικητική διαίρεση, ο σχεδιασμός
της αναγκαίας παρέμβασης γίνεται πάρα πολύ δύσκολος. Δυστυχώς, η πρόσφατη
διοικητική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν έλαβε υπόψη της αυτήν την
αρχή.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων απαιτεί ένα αποκεντρωμένο και συμμετοχικό
σύστημα, μια και οι περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές δράσεις απαιτούν την
κοινωνική αποδοχή για μια αποτελεσματική υλοποίηση των δράσεων.
Οι αγροτικές οικονομίες στις ανεπτυγμένες χώρες βρίσκονται σε μια
αυξανόμενη ευάλωτη θέση καθώς παράγουν προϊόντα χωρίς προστιθέμενη αξία, συνήθως
ευπαθή και δεν έχουν την εμπορική δύναμη να υπαγορεύσουν τις τιμές. Ως αποτέλεσμα,
τα αγροτικά εισοδήματα μειώνονται, μεγάλο μέρος τους μεταφέρεται στα αστικά
κέντρα μέσα από το μηχανισμό των τιμών και οι τοπικές οικονομίες περνούν από
μια σοβαρή κρίση.
Η κρίση αυτή αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια εξαιτίας της
παγκοσμιοποίησης. Ας σημειωθεί ότι στον Ευρωπαϊκό κοινοτικό χώρο το 80% της
γεωγραφικής έκτασης χαρακτηρίζεται ως αγροτική ή ημιαστική και σε αυτήν
διαβιώνει το 40% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, αλλά παράγεται μόνο το 30% του
Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Αυτός ο χώρος που είναι συχνά στη ρητορική του
ενδιαφέροντος των πολιτικών και των τεχνοκρατών πρέπει σύντομα να αποτελέσει
αντικείμενο ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη διασφάλιση της ταυτότητας και των
πλούσιων πολιτισμικών στοιχείων που διασώζει.
Κάτω από το πρότυπο της αειφόρου τοπικής ανάπτυξης, η γεωργία με την
ευρύτερη έννοιά της πρέπει σταδιακά να μετασχηματιστεί σε περισσότερο
αειφορικές μορφές:
·        
Μειώνοντας τις μονοκαλλιέργειες, οι οποίες είναι
ευάλωτες τόσο οικονομικά όσο και περιβαλλοντικά,
·        
Υιοθετώντας την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Εντόμων και
Παρασίτων για μείωση των χημικών στα τρόφιμα όπως απαιτούν οι καταναλωτές για
ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα,
·        
Συνδυάζοντας αγροτική και ζωική παραγωγή στις γεωργικές
εκμεταλλεύσεις για τη μείωση του κόστους και την αξιοποίηση των φυτικών και ζωικών
υπολειμμάτων,
·        
Κατευθύνοντας την παραγωγή για την κάλυψη τοπικών
αναγκών και τη μείωση του ενεργειακού κόστους στις μεταφορές τροφίμων,
·        
Μεταποιώντας την αγροτική παραγωγή στις
αγροτικές και όχι στις αστικές περιοχές,
·        
Μετατρέποντας την αγροτική οικονομία σε μια
οικονομία σαρανταποδαρούσας που θα στηρίζεται σε ένα μεγάλο αριθμό κλάδων
παραγωγής και δραστηριοτήτων,
·        
Αυξάνοντας το ρόλο των αγροτικών συνεταιρισμών
με την άμεση κατάργηση των αδρανών συνεταιρισμών που αποτελούν το 75% του
συνόλου των συνεταιρισμών. Οι συνεταιρισμοί πρέπει να ανα­λάβουν διαδικασίες συσκευασίας,
επεξεργασίας και μεταποίησης που θα βελτιώσουν την ποιότητα και τις μικρές
γεωργικές επιχειρήσεις να συνεχίσουν τη λειτουργία τους και να κερδίσουν από
την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της παραγωγής.
Αναφορές:
Daoutopoulos, G., Pyrovetsi, M., and E.
Petropoulou. (2001). “Greek Rural Society and Sustainable Development”. Κεφ. 6, Σελ. 151-73 in K. Eder and
M. Kousis (eds) Environmental
Politics in Southern Europe: Actors,
Institutions and Discourses in a Europeanizing Society. Kluwer Academic Publications, Netherlands.
Δαουτόπουλος, Γ., Λ. Καζακόπουλος, και Μ. Κούση. (2005).
Αγροτική Κοινωνιολογία. 3η έκδοση. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζυγός.  
Δαουτόπουλος, Γ. (2006). Κοινωνιολογία του Συνεργατισμού. Θεσσαλονίκη: Α έκδοση
————-. (2009). Αγροτική Κοινωνιολογία και Συνεργατισμός.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζυγός.


[1] Εισήγηση στο Πανελλήνιο
Συνέδριο των Νέων Αγροτών, Νέα Κίος, 27 Ιουνίου 2010

No Comments Yet.