id: mp_popup, name: , icon: http://daoutop.gr/wp-content/plugins/motopress-content-editor-lite/images/ce/object/popup.png?ver=2.4.1, closeType: enclosed, resize: horizontal, position: 55, show: 1
| Γεώργιος Α. Δαουτόπουλος, M.A., Ph.D.

Εμπορία Αγροτικών Προϊόντων: Τα φασόλια της Καστοριάς[1]

Γεώργιος
Α. Δαουτόπουλος, Καθηγητής Γεωπονίας ΑΠΘ, www.daoutop.gr
Αν κάποιος ήθελε να χωρίσει τις
εργασίες που χρειάζονται από τη στιγμή που ένας παραγωγός αποφασίζει να σπείρει
φασόλια μέχρι να εισπράξει το αποτέλεσμα του κόπου του, το πιο πιθανό είναι να
τις χώριζε σε δύο. Στις εργασίες που έχουν σχέση με την παραγωγή και σε αυτές που έχουν σχέση με την πώλησή της, την
εμπορία, όπως την αποκαλούμε.
Και οι δύο διαδικασίες, παραγωγή και εμπορία, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη
διαμόρφωση του τελικού εισοδήματος του παραγωγού.
Θα ήθελα να επισημάνω από τώρα
ότι τα θέματα που σχετίζονται με την εμπορία των αγροτικών προϊόντων είναι πιο
κρίσιμα και πιο καθοριστικά στη διαμόρφωση του γεωργικού εισοδήματος.
Οι γεωργοί μας, με την
καθοδήγηση των συναδέλφων Γεωτεχνικών, έχουν φτιάξει το λεγόμενο «Ελληνικό
Γεωργικό Θαύμα» για το οποίο μιλούν με θαυμασμό όσοι μελετούν τη μεταπολεμική
εξέλιξη της Ελληνικής Γεωργίας. Μέσα σε 50 χρόνια καταφέραμε να μπολιάσουμε
στους παραγωγούς τη σύγχρονη τεχνολογία και να την κάνουν κτήμα τους. Έτσι
εκτοξεύσαμε την παραγωγή σε ύψη πρωτόγνωρα. Ήμουν δευτεροετής φοιτητής Γεωπονίας
το 1964, όταν διάβασα στις εφημερίδες τους πανηγυρικούς τίτλους: Η ΕΛΛΑΣ
ΑΠΕΚΤΗΣΕΝ ΣΙΤΑΡΚΕΙΑΝ. Από τότε παράγουμε περισσότερο σιτάρι, περισσότερο
καλαμπόκι και ένα σωρό άλλα προϊόντα. Αυτήν λοιπόν τη θεαματική αύξηση της
παραγωγής την πετύχαμε σε 50 χρόνια όταν άλλες χώρες που θεωρούνται
ανεπτυγμένες σε όλους τους τομείς (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία) χρειάστηκαν 150
και πλέον χρόνια.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο
Έλληνας παραγωγός με τη βοήθεια των Γεωπόνων (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα)
κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα θέματα της παραγωγής, ακόμη και σε
προϊόντα που δεν είχε καλλιεργήσει στο παρελθόν (ακτινίδια, καπνά μπέρλευ και
βιρτζίνια, κ.ά.).
Ας έρθουμε όμως στον τομέα της
εμπορίας. Εδώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου ευχάριστα ή ρόδινα. Θα έλεγα πως
είναι, όπως λέει ο λαός: «μαύρα και
άραχνα
». Ο σημερινός παραγωγός, στα θέματα της εμπορίας, δεν έχει κάνει
κάτι καλύτερο από αυτά που έκαμναν οι παππούδες και οι προπάπποι του. Σε αυτόν
λοιπόν το χώρο θέλω να σταματήσω και να πω μερικά πράγματα που πιστεύω πως
είναι τα ουσιαστικά αίτια της κακοδαιμονίας. Δεν θάθελα βεβαίως να χαϊδέψω
αυτιά, οπουδήποτε και αν αυτά ανήκουν. Η επιστημονική δεοντολογία και η θέση
του πανεπιστημιακού δασκάλου επιβάλλουν την αναζήτηση των πραγματικών αιτίων
και την, χωρίς σκοπιμότητες, ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου.
Προηγούμενα έγραψα μια πολύ
βαριά φράση. Να την ξαναθυμίσω και βέβαια να την δικαιολογήσω. Αλλιώς πρέπει να
την πάρω πίσω:
Ο σημερινός παραγωγός στα θέματα της
εμπορίας δεν έχει κάνει κάτι καλύτερο από αυτά που έκαμναν οι πατεράδες και οι
παππούδες του.
Τι αντίθεση λοιπόν; Θαύματα,
στον τομέα της παραγωγής. Μηδέν εις το πηλίκον, στην εμπορία. Τι φταίει λοιπόν
και υστερούμε τόσο πολύ στα θέματα της εμπορίας; Η άποψη την οποία έχω
διαμορφώσει στα 45 και πλέον χρόνια της ενασχόλησής μου με τα αγροτικά ως ερευνητής,
πανεπιστημιακός δάσκαλος και παραγωγός (στα τελευταία 25 χρόνια) είναι οι
αναχρονιστικές δομές που επικρατούν στο εμπόριο των αγροτικών προϊόντων στη
χώρα μας. Οργάνωση που θυμίζει παζάρια της Ανατολής.
Να την περιγράψω με λίγα λόγια,
αν και όλοι σας την έχετε, όπως λέτε «φάει στο πετσί σας». Όποιος θέλει,
παίρνει ένα μπλοκ επιταγών και αγοράζει αγροτικά προϊόντα. Εκδίδει όσα
τιμολόγια θέλει και για όποιες τιμές θέλει (πάνω ή κάτω από τις πραγματικές,
συνήθως προς τα πάνω) και για να ένα πολύ μικρό τμήμα της παραγωγής που
εμπορεύεται. Πλήρης ασυδοσία. Ο σοφός μας λαός το λέει πιο παραστατικά «Μπάτε
σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώστε».
Όταν το 1983 έκαμνα την έρευνά του
διδακτορικού μου, που ολοκλήρωσα στις ΗΠΑ, σε ένα χωριό του κάμπου των
Γιαννιτσών, διαπίστωσα με έκπληξη, ότι την περίοδο που άρχιζε η πώληση των
καπνών μια εικόνα συνωμοσίας κυρίευε το χωριό. Οι παραγωγοί δεν αποκάλυπταν τις
τιμές που τους πρόσφεραν οι έμποροι ούτε σε φίλους και στενούς συγγενείς (δεν
εξαιρούνταν ακόμη και οι γυναίκες τους). Μερικούς τους ξυπνούσαν χαράματα οι
μεσίτες (άλλη πληγή του αγροτικού χώρου) για να κλείσουν συμφωνία. Λίγες ώρες
αργότερα διαπίστωναν ότι οι δελεαστικές τιμές που τους πρόσφεραν ήταν αρκετές
δραχμές παρακάτω από τις τιμές που διαμορφώθηκαν. Οι διαδόσεις έδιναν και
έπαιρναν, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη σύγχυση ανάμεσα στους παραγωγούς.
Η αναρχία που επικρατεί στην
αγορά των αγροτικών προϊόντων είναι σαφέστατα σε βάρος των παραγωγών και σε
βάρος των Συνεταιριστικών Οργανώσεων. Το γεγονός ότι οι Συνεταιρισμοί, με
ελάχιστες εξαιρέσεις, αδυνατούν να μπουν με επιτυχία στο χώρο της εμπορίας των
αγροτικών προϊόντων δεν οφείλεται σε οργανωτικές αδυναμίες ή έλλειψη στελεχών ή
έλλειψη σύγχρονης συνεταιριστικής νομοθεσίας. Μπορεί και αυτοί οι παράγοντες να
έχουν μερίδιο ευθύνης, αλλά το κύριο βάρος φέρει η αδυναμία των Συνεταιρισμών
να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις στην
παραοικονομία. Οι Συνεταιρισμοί δεν μπορούν να εκδώσουν εικονικά τιμολόγια, δεν
μπορούν να δώσουν χρήματα κάτω από το τραπέζι, δεν είναι δυνατόν να μην
εκδώσουν παραστατικά, κ.ά. Έτσι όμως, έχουν πολύ μεγαλύτερο κόστος και λιγότερη
ευελιξία με αποτέλεσμα γρήγορα να εκτοπίζονται από τις ατομικές εμπορικές
επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην Ελληνική αγορά αγροτικών προϊόντων.
Είναι βεβαίως και σε βάρος των
παραγωγών γιατί μεμονωμένοι όπως είναι, έχουν πολύ μικρή διαπραγματευτική
δύναμη. Έτσι, τις τιμές στην αγορά δεν μπορούν να τις διαμορφώσουν και
ουσιαστικά αποδέχονται τιμές που καθορίζουν οι έμποροι. Η ψαλίδα ανάμεσα στις
τιμές που απολαμβάνουν οι παραγωγοί και πληρώνουν οι καταναλωτές μεγαλώνει
διαρκώς σε βάρος των παραγωγών και συχνά φθάνει σε μια σχέση 1 προς 5. Έχει
επίσης παρατηρηθεί το φαινόμενο, σε χρονιές με χαμηλές τιμές παραγωγού, να μην
έχουμε και χαμηλές τιμές καταναλωτή γιατί η διαφορά παρακρατείται εξ ολοκλήρου
από τα κυκλώματα της εμπορίας.
Τί κάνει ο παραγωγός μπροστά σε
αυτήν την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει; Δυστυχώς, πολύ λίγα,
αν και τα τελευταία χρόνια άρχισαν να φαίνονται σημάδια αφύπνισης των
παραγωγών. Τί μπορεί να κάνει ο παραγωγός και μάλιστα ο παραγωγός φασολιών της
Καστοριάς για να βελτιώσει τη θέση του στον τομέα της εμπορίας; Πολλά και
μάλιστα χωρίς τεράστιες επενδύσεις. Αρκεί να υπάρξει θέληση, αποφασιστικότητα
και οργάνωση.
Το προϊόν που παράγει έχει τρία
πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα:
·        
Έχει ένα πολύ καλό όνομα στην αγορά,
·        
Δεν είναι ευπαθές (διατηρείται για μεγάλο
χρονικό διάστημα με πολύ μικρό κόστος)
·        
Οι γίγαντες δεν μπορούν να καλλιεργηθούν σε
άλλες περιοχές της χώρας εκτός από τις περιοχές της Καστοριάς και της Φλώρινας.
Επομένως, αν υπάρξει αύξηση της
ζήτησης στην αγορά, από αυτήν θα ωφεληθούν αποκλειστικά οι δύο περιοχές μας και
κανείς άλλος. Τι του λείπει; Η τυποποίηση.
Ο καταναλωτής δεν μπορεί να το βρει σε τυποποιημένες συσκευασίες που να
εγγυώνται την ποιότητα και προπαντός τη γνησιότητα. Είναι γνωστή η τακτική των
εμπορίου στη χώρα μας. Αγοράζει μικρές ποσότητες από την εγχώρια παραγωγή και
ταυτόχρονα εισάγει τεράστιες ποσότητες σε πολύ φθηνή τιμή από γειτονικές χώρες.
Αναμιγνύει το προϊόν και διαθέτει το σύνολο ως εγχώριο προϊόν. Ο καταναλωτής
αγοράζει φασόλια Καστοριάς που δεν είναι φασόλια Καστοριάς και ο Καστοριανός
παραγωγός ιδρώνει να πουλήσει την παραγωγή του. Ο μόνος τρόπος για να
διασφαλιστεί η διάθεση της παραγωγής και ταυτόχρονα να προστατευτεί ο Έλληνας
καταναλωτής που είναι διατεθειμένος να πληρώσει μεγαλύτερη τιμή για να
απολαύσει τα φασόλια που γνωρίζει, είναι η
τυποποίηση της παραγωγής στον τόπο της παραγωγής και από φορείς που ελέγχονται
από τους άμεσα ενδιαφερόμενους παραγωγούς.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προτείνω
δύο σενάρια επίλυσης των προβλημάτων που συνδέονται με την εμπορία των φασολιών
Καστοριάς. Για την καλύτερη επιτυχία των μέτρων είναι απαραίτητη η συνεργασία
των αρμόδιων υπηρεσιών και των παραγωγών από τις περιοχές της Καστοριάς και της
Φλώρινας.
1ο Σενάριο
Με απόφαση της Αντιπεριφέρειας
Καστοριάς ορίζεται χώρος δημοπράτησης φασολιών και ταυτόχρονα απαγορεύεται η
πώληση φασολιών σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της δικαιοδοσίας της. Οι παραγωγοί
προσκομίζουν την παραγωγή τους στο Δημοπρατήριο όποτε θεωρούν ότι οι τιμές
είναι ευνοϊκές. Εκεί πωλείται με φανερή πλειοδοσία και εκδίδονται τα σχετικά
παραστατικά.
Απαιτείται χώρος δημοπράτησης
και αποθήκες που είναι εύκολο να εξευρεθούν ή να κατασκευαστούν. Ένα μικρό
τέλος επί των πωλούμενων προϊόντων θα καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας του
δημοπρατηρίου. Πρώτη αντίρρηση. Αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα. Γίνονται και
παραγίνονται. Ήδη λειτουργούν και μάλιστα με πρωτοβουλία των παραγωγών στην
Ιεράπετρα της Κρήτης. Να σημειωθεί ότι είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
που δεν έχει δημοπρατήρια, παρόλο που έχουμε χρηματοδοτηθεί για την ίδρυσή τους
εδώ και 2 δεκαετίες!
2ο Σενάριο
Οι φασολοπαραγωγοί του Νομού
ιδρύουν Ομάδα Διάθεσης Παραγωγής (ΟΔΠ). Παίρνουν μάλιστα χρηματοδότηση από την
Ευρωπαϊκή Ένωση και κατασκευάζουν τυποποιητήριο και συσκευαστήριο φασολιών. Οι
παραγωγοί παραδίδουν όλη τους την εμπορεύσιμη ποσότητα στην ΟΔΠ. Γίνεται
δειγματοληπτικός έλεγχος και ποιοτική κατάταξη με ένα αδιάβλητο σύστημα. Η
παραγωγή συσκευάζεται σε επώνυμες συσκευασίας και διατίθεται από αλυσίδες διανομής
σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, με ευθύνη της Διοίκησης της ΟΔΠ γίνεται διαφημιστική
εκστρατεία για την ενημέρωση των καταναλωτών και την αύξηση της κατανάλωσης στα
επώνυμα προϊόντα της.
Και τα δύο σενάρια στοχεύουν
στην εξυγίανση του κυκλώματος και διασφαλίζουν τα συμφέροντα των παραγωγών μέσα
από διαφανείς διαδικασίες. Το πρώτο σενάριο αποτελεί μια ευκολότερη παρέμβαση.
Θέλει λιγότερες οργανωτικές προσπάθειες, κυρίως εκ μέρους των παραγωγών, αλλά
δεν διασφαλίζει πλήρως το εισόδημά τους αφού η τυποποίηση της παραγωγής του θα
συνεχίζει να γίνεται, όπως και τώρα, από μονάδες που δεν θα έχουν κανένα
συμφέρον να προβάλουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Καστοριανού φασολιού και
θα είναι επιρρεπείς σε νοθείες.
Το δεύτερο σενάριο απαιτεί
περισσότερες οργανωτικές θυσίες και μαζική συμμετοχή εκ μέρους των παραγωγών,
αλλά διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά τους. Μπορεί μάλιστα να
εμπλουτιστεί με μονάδα παρασκευής παραδοσιακών συνταγών με φασόλια (κυρίως για
εξαγωγές στον απόδημο Ελληνισμό) και να αυξήσει έτσι την προστιθέμενη αξία από
την παραγωγή φασολιών της Καστοριάς.
Αυτός θα πρέπει να είναι και ο
στόχος για την αγροτική ανάπτυξη της περιοχής. Να πάψουμε να εξάγουμε στις
άλλες περιοχές πρώτες ύλες χαμηλής αξίας. Αν τα αγροτικά προϊόντα που παράγουμε,
τα μεταποιούμε στον τόπο της παραγωγής τους, τα οφέλη για την τοπική οικονομία
και κοινωνία θα είναι πολλαπλά περισσότερα.
Αυτές οι προτάσεις έγιναν
δημόσια στα Κορέστεια της Καστοριάς το 1996 σε ημερίδα που διοργάνωσε ο τότε
δραστήριος Διευθυντής Γεωργίας κ. Χρ. Νάτος. Πριν από 19 χρόνια. Την επόμενη
χρονιά ιδρύθηκε η ΑΓΡΟΚΑ από έναν πρωτοπόρο Κοινοτάρχη των Λακκωμάτων που όπως
έμαθα παρακινήθηκε και από τη δική μου ομιλία. Δυστυχώς το εγχείρημα οδηγήθηκε
σε αποτυχία για τους λόγους που αναφέρω και εδώ (αδυναμία ανταγωνισμού των
ομοειδών ιδιωτικών επιχειρήσεων, περιορισμένη συμμετοχή των παραγωγών, κ.ά.).
Ο Καλλικρατικός Δήμος του Άργους
Ορεστικού με μια πολύ σωστή και γενναία απόφαση και επιχορήγηση, ανάστησε εκ
νέου την επιχείρηση σε μορφή ανώνυμης εταιρείας λαϊκής βάσης με 212
φασολοπαραγωγούς και με συμμετοχή του Δήμου στο μετοχικό κεφάλαιο σε ποσοστό
80%. Τα οικονομικά αποτελέσματα του νέου εγχειρήματος δυστυχώς δεν προδικάζουν
ευτυχή κατάληξη και στο νέο επιχειρηματικό σχήμα. Με συσσωρευμένη ζημιά 812.421
ευρώ (χρήση 2013) και συνεχιζόμενες ζημιογόνες χρήσεις το εγχείρημα θα οδηγηθεί
σε αδιέξοδα. Ο κύκλος εργασιών είναι πάρα πολύ πολύ μικρός γεγονός που σημαίνει
ότι το νέο εγχείρημα δεν το αγκάλιασαν όλοι οι παραγωγοί των Λακκωμάτων και πολύ
περισσότερο του Νομού. Αυτοί που θα χάσουν βέβαια είναι οι παραγωγοί που
δυστυχώς δεν αντιλαμβάνονται το μακροχρόνιο όφελός τους.
Πριν το νέο εγχείρημα οδηγηθεί
σε οριστικό αδιέξοδο, επιβάλλεται μια μελέτη βιωσιμότητας με δραστικές αλλαγές
στις καλλιεργητικές τεχνικές που θα ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες για την
παραγωγή ενός εκλεκτότερου προϊόντος και μάλιστα μικρότερου κόστους, από την
ερχόμενη κιόλας καλλιεργητική περίοδο, με μοναδικά χαρακτηριστικά και που θάναι
αποκλειστικότητα της νέας επιχείρησης μαζί με άλλα προϊόντα προστιθέμενης
αξίας.

[1] Στη
μνήμη του δάσκαλου πατέρα μου Αργύρη που κατάγονταν από ένα μικρό χωριό του
Νεστορίου (Κρανοχώρι) και αγάπησε τη γεωργία και τους ανθρώπους της και
φρόντισε να μου μεταδώσει αυτήν την αγάπη. 

No Comments Yet.