id: mp_popup, name: , icon: http://daoutop.gr/wp-content/plugins/motopress-content-editor-lite/images/ce/object/popup.png?ver=2.4.1, closeType: enclosed, resize: horizontal, position: 55, show: 1
| Γεώργιος Α. Δαουτόπουλος, M.A., Ph.D.

Καλησπέρα, Κύριε Αβραάμ 

Γεώργιος Α. Δαουτόπουλος, Καθηγητής Γεωπονίας ΑΠΘ, daoutop@agro.auth.gr
Στον Άγιο Λουκά Γιαννιτσών, αμέσως
μετά την αποξήρανση της λίμνης, άρχισαν να φτάνουν πρόσφυγες που το 1922 είχαν
εγκατασταθεί σε ορεινά χωριά του Νομού Γρεβενών (Άγιος Γεώργιος). Η γη στα
Γρεβενά, πετρώδης και άγονη. Μόλις και μετά βίας μπορούσε να τους θρέψει, παρά
την εργατικότητα και το πείσμα τους. «Σπέρναμε», θα μου εκμυστηρευτεί, μετά από
πολλά χρόνια, ο αείμνηστος Πρόεδρος του χωριού, ο Γιάννης ο Καμπουρίδης, «έναν
τενεκέ σπόρο και παίρναμε δύο, το πολύ τρεις». Όλο πέτρα το μέρος. Επιχείρησαν
να εγκατασταθούν στα παραλίμνια χωριά της λίμνης των Γιαννιτσών, αλλά τους
χτύπησε η ελονοσία. «Τρέμαμε από το κρύο. Πολλοί έρχονταν, αλλά λίγοι έμεναν.
Δεν άντεχαν και γυρνούσαν πίσω» μου επισήμανε ο Πρόεδρος όταν στις αρχές της
δεκαετίας του 1980 έκαμνα τη διδακτορική μου έρευνα.
Μόλις όμως έφτασαν τα νέα της
αποξήρανσης της λίμνης και της δημιουργίας νέων εκτάσεων, έσπευσαν να
επωφεληθούν. «Τι γόνιμο μέρος;» Θα μου εξομολογηθεί στις αρχές της δεκαετίας
του 1980, ο κυρ Γιάννης. «Το δάχτυλό σου να έβαζες στο χώμα, θα φύτρωνε!».
Οι αρχές του εποικισμού ζήτησαν
από τους ντόπιους να κρατήσουν για τις οικογένειές τους, όσα στρέμματα θέλανε.
Τα υπόλοιπα, άρχισαν να τα διαθέτουν στους πρόσφυγες που είχαν ήδη καταφθάσει
ενόψει της επικείμενης διανομής. Οι ντόπιοι, με βάση τα μέσα που διέθεταν, αλλά
και το ολιγαρκές που τους διέκρινε ως φιλοσοφία και αντίληψη ζωής,
περιορίστηκαν στα απολύτως αναγκαία. Μερικές δεκαετίες αργότερα, τα εγγόνια
τους παραπονούνται, γιατί οι παππούδες δε δέσμευσαν από καμιά 500 στρέμματα ο
καθένας, για νάχουν και αυτοί τώρα από καμιά εκατοσταριά και όχι τα σημερινά 20
ή και λιγότερα.
Η έλευση των προσφύγων δεν άρεσε
στους ντόπιους. Τους θεωρούσαν αγροίκους, απολίτιστους και άχρηστους που
γεννούσαν αβέρτα παιδιά. Σε λίγο δεν αντάλλασσαν ούτε κουβέντα στο καθημερινό
τους συναπάντημα στους δρόμους, στα χωράφια και στην πλατεία του χωριού. Τα
παντρέματα μεταξύ ποντίων και ντόπιων για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένα και
κινδύνευαν να φέρουν εμφύλια σύρραξη. Οι παραινέσεις και το ζωντανό παράδειγμα
του δασκάλου του χωριού, του κυρ. Αργύρη, (ντόπιου από τα περίχωρα της
Καστοριάς που είχε παντρευτεί μια Μικρασιάτισα) πολύ λίγο μπορούσε να βοηθήσει.
Τον άκουγαν με σεβασμό σε πολλά άλλα θέματα, αλλά σε αυτό το θέμα ήταν
αντίθετοι. Ίσως δε δικαιολογούσαν και τη δική του επιλογή.
Ανάμεσα στους πόντιους πρόσφυγες που έφτασαν στο χωριό το 1933
ήταν και ο Αβραάμ ο Απαζίδης με την οικογένειά του. Βολεύτηκαν τους πρώτους
μήνες, μέχρι να φτιάξουν το φτωχικό τους και πάρουν τα πρώτα χωράφια, στην
αποθήκη καλαμποκιού (κοσσάρα) του Μπέη, δίπλα στο Σχολείο που ήταν ο πρώην
στάβλος του Μπέη του χωριού. Για όσους δεν τις γνώρισαν, ήταν ξύλινες
κατασκευές πλάτους ενός περίπου μέτρου, μήκους πέντε με έξη μέτρα και ύψους
τριών μέτρων με στέγη από βούρλα του βάλτου ή λαμαρίνες αργότερα και πλευρές
καλυμμένες με λεπτές βέργες που άφηναν μεταξύ τους κενά ενός περίπου εκατοστού.
Εκεί αποθηκεύονταν το καλαμπόκι, για να στεγνώσει και συγχρόνως να
προστατεύεται από πουλιά και ζώα. Έφτιαξαν λάσπη με χώμα, άχυρο και φρέσκια
αγελαδίσια κοπριά και με τα χέρια σοβάτισαν την καλαμωτή, μέσα και έξω,
εξασφαλίζοντας έτσι κάποια προστασία από τις καιρικές συνθήκες.
Όταν ο Αβραάμ πήρε τον κλήρο των
48 στρεμμάτων και το ένα βόδι από τον εποικισμό το 1937, άρχισε την καλλιέργεια
της γης του. Δουλευτάρης και νοικοκύρης γεωργός, ακολουθούσε τις οδηγίες των
Γεωπόνων και διαρκώς ρωτούσε και μάθαινε. Δεν άργησε να γίνει ο πρώτος γεωργός
στο χωριό σε αποδόσεις και ποιότητα. Όταν την πρώτη χρονιά αλώνισε 16 τόνους
σιτάρι, τη στιγμή που κανείς δεν πέρασε τους εννέα, το νέο της τρομερής
απόδοσης μαθεύτηκε αστραπιαία στο χωριό. Ένα βράδυ γύρισε περιχαρής στο σπίτι
και ακούστηκε από το γιο του τον Αλέκο, να λέει στη μάνα του. «Δέσποινα, σήμερα
που γυρνούσα στο σπίτι, ο Παύλος (ο ντόπιος Μπακάλης του χωριού) με χαιρέτισε
για πρώτη φορά, λέγοντας μου: Καλησπέρα, Κύριε Αβραάμ».
Στους μήνες και τα χρόνια που
κύλησαν αργότερα, οι πρόσφυγες με την εργατικότητα και την έφεση στο καινούριο
έγιναν το παράδειγμα για μίμηση από το ντόπιο στοιχείο. Η έλευσή τους στη χώρα
αποδείχθηκε ευλογία. Όχι μόνο δε βούλιαξε η ψωροκώσταινα που τους δέχθηκε, αλλά
σύντομα συμβάλανε στη μεταπολεμική ευημερία και στο θαύμα της Ελληνικής
γεωργίας. Ένα θαύμα που αφήνει έκπληκτους όσους ξένους ψηλαφίζουν τη σύγχρονη
γεωργική ιστορία του τόπου μας. Μέσα σε 30 χρόνια καταφέραμε να κάνουμε στον αγροτικό
τομέα ό,τι οι άλλοι, Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι, κατάφεραν σε 150 χρόνια.

No Comments Yet.