id: mp_popup, name: , icon: http://daoutop.gr/wp-content/plugins/motopress-content-editor-lite/images/ce/object/popup.png?ver=2.4.1, closeType: enclosed, resize: horizontal, position: 55, show: 1
| Γεώργιος Α. Δαουτόπουλος, M.A., Ph.D.

            Αειφόρος
Τοπική Ανάπτυξη

Γεώργιος Α. Δαουτόπουλος 
Καθηγητής Αγροτικής
Κοινωνιολογίας ΑΠΘ, daoutop@agro.auth.gr
Παραδοσιακά, η διχοτομική θεώρηση του αγροτικού και αστικού χώρου
ήταν κυρίαρχη στην αναπτυξιακή θεωρία και πρακτική όπως τεκμηριώνεται από τις
επικρατούσες πολιτικές και πρακτικές οι οποίες αναφέρονταν σε χωρικές και
τομεακές παρεμβάσεις. Έτσι, πολύ λίγο ήταν το ενδιαφέρον στην αγρο-αστική
αλληλεπίδραση. Οι αγροτικές περιοχές θεωρούνταν ως πηγές τροφής και πρώτων υλών,
ως δεξαμενή καθαρού νερού, αέρα και φθηνής εργασίας για τα αστικά κέντρα. Επιπρόσθετα,
πολιτισμικά στοιχεία διατηρούνταν στις αγροτικές περιοχές ενώ στα αστικά κέντρα
τα πολιτισμικά στοιχεία υιοθετούν έναν περισσότερο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Από
την άλλη μεριά, οι αστικές περιοχές θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως οι αγορές
των αγροτικών προϊόντων και εισροών και ως τόποι όπου προσφέρονται
εξειδικευμένες υπηρεσίες και ένα μεγάλο φάσμα ευκαιριών απασχόλησης. Τελικά, πληροφόρηση,
νεωτερισμοί και νέα τεχνολογία ήταν διαθέσιμα μόνο στα αστικά κέντρα.
            Σήμερα, οι αγροτικές
και αστικές περιοχές δεν μπορούν να μελετηθούν ή να αντιμετωπιστούν στην αναπτυξιακή
βιβλιογραφία και πρακτική σε απομόνωση. Απεναντίας, αντιμετωπίζονται ως περιοχές
οι οποίες αλληλεπιδρούν και έχουν αναπτύξει ποικίλους δεσμούς. Άνθρωποι, τροφές/εμπορεύματα,
εισοδήματα/κεφάλαια, πληροφόρη­ση, ρύποι και απορρίμματα και κοινωνικές
αλληλεπιδράσεις παίζουν έναν σπουδαίο ρόλο στο μετασχηματισμό του αγροτικού και
αστικού χώρου σε όλες τις χώρες του κόσμου. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αστικών και
αγροτικών περιοχών αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως θεμελιακοί παράγοντες
στη διαδικασία της κοινωνικής, οικονομικής, μορφωτικής και περιβαλλοντικής
αλλαγής. Επιπρόσθετα, υπάρχει μια αυξανόμενη αγρο-αστική αλληλεπίδραση, ιδιαίτερα
στην περιαστική επαφή όπου έχουμε ένα μωσαϊκό από γεωργικά και αστικά
οικοσυστήματα, μια αυξημένη ετερογένεια τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, γρήγορες
αλλαγές και διαφορετικά και συγκρουόμενα συμφέροντα, πρακτικές και αντιλήψεις. Οι
παρούσες αυξημένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών είναι αποτέλεσμα
των βελτιωμένων υποδομών, αυξημένων μετακινήσεων ανθρώπων (κοινωνικά δίκτυα, συγγενικοί
και οικογενειακοί δεσμοί), αυξημένης πρόσβα­σης των ανθρώπων στην πληροφόρηση, αυξημένης
συμμετοχής στις πολιτικές διαδικα­σίες, αυξημένης πρόσβασης στις αγορές και
τελικά αυξημένες ροές υγρών και στερεών αποβλήτων. Οι περιφερειακές διοικητικές
αρχές απέτυχαν στη γεφύρωση των αγροτικών και αστικών ενδιαφερόντων.
Η άποψή μας για το χωρικό και τομεακό σχεδιασμό
μπορεί να ονομαστεί «Αειφόρος Τοπική
Ανάπτυξη
» μια και αναζητά τη μακροχρόνια επιβίωση των αγροτικών
περιοχών και ταυτόχρονα την αειφορικότητα των πρακτικών (Daoutopoulos, et al, 2001; Δαουτόπουλος και
άλλοι, 2005). Η αειφορία πρέπει να καταστεί ο τελικός σκοπός κάθε παρέμβασης
στις αγροτικές και αστικές περιοχές. Επί του παρόντος, οι αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν
νέα προβλήματα καθώς τα αγροτικά εισοδήματα μειώνονται καθώς αντιμετωπίζουν τον
ανταγωνισμό από παρόμοια προϊόντα των αναπτυσσόμενων χωρών. Επιπρόσθετα, οι βιομηχανικές
μονάδες μεταφέρονται σε χώρες με φθηνή εργατική δύναμη αφήνοντας πίσω τους
μαζική ανεργία. Το μέλλον φαίνεται χλωμό για τους ανθρώπους της υπαίθρου οι οποίοι
θα επιβιώσουν για λίγα χρόνια με τις επιδοτήσεις τη αναθεωρημένης  ΚΑΠ. Το νέο καθήκον των σχεδιαστών μέτρων πολιτικής
και των ερευνητών είναι να αντι­μετωπίσουν αυτά τα προβλήματα και να
διαμορφώσουν ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα.
Έχουμε λάβει υπόψη μας ένα αριθμό παραγόντων που αποδεικνύουν την ανάγκη
να υιοθετήσουμε έναν αειφορικό σχεδιασμό, όπως:
α) Δεν υπάρχει
ομοιομορφία στα χαρακτηριστικά και στις σχέσεις μεταξύ μικρών πόλεων και των
περιοχών που τις περιβάλλουν. Συνεπώς, χρειαζόμαστε πολιτικές οι οποίες πρέπει να
λάβουν υπόψη τους όλο το φάσμα των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν,
β) Οι αγορές δεν
είναι τέλειοι θεσμοί για την κατανομή πόρων και τιμών. Είναι μάλ­λον κοινωνικοί
θεσμοί στις οποίες μερικοί συμμετέχοντες έχουν καλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες
ή σε άλλα κρίσιμα στοιχεία και συνεπώς έχουν ένα πολύ αξιόλογο πλεονέ­κτημα
έναντι των άλλων συμμετεχόντων στην αγορά,
γ) Οι συγκεντρωτικές
διαδικασίες λήψης αποφάσεων δεν λειτουργούν σε αυτό το πολύπλοκο και
διαφοροποιημένο περιβάλλον. Αντίθετα, ο τοπικός πληθυσμός πρέπει να αναλάβει περισσότερα
καθήκοντα για να αντιμετωπίσει αυτά τα θέματα με συμμετοχή στην τοπική
διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της επικου­ρικότητας πρέπει να εφαρμοστεί.
Αποκέντρωση και εκδημοκρατικοποίηση των το­πι­κών διοικήσεων πρέπει να λάβει μεγαλύτερη
προτεραιότητα (Burns et al,
1994),
δ) Επενδύσεις και
αναζήτηση πόρων στο τοπικό επίπεδο με στόχο να διασφαλιστεί η οικονομική αειφορία,
ε) Η ανάγκη
για την αύξηση και διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων,
στ) Πρέπει να διασφαλιστεί
η περιβαλλοντική αειφορία κάθε δράσης, πρακτικής ή αναπτυξιακής διαδικασίας
ώστε να επιτευχθεί η αειφορία.  
Ο αειφορικός σχεδιασμός χρειάζεται μια νέα μονάδα παρέμβασης,
αυτήν της λεκάνης απορροής (Δαουτόπουλος, 2005). Οι διοικητικές περιοχές όπως έχουν
οριστεί, συχνά διαμοιράζουν τις περιοχές παρέμβασης ανάμεσα σε διαφορετικές
λεκάνες απορροής καθιστώντας το συντονισμό του σχεδιασμού μια πολύ δύσκολη
διαδικασία. Για παράδειγμα, εάν μια περιοχή στα χαμηλά αντιμετωπίζει προβλήματα
πλημμύρων, οι παρεμβάσεις που χρειά­ζονται για τη διόρθωση της κατάστασης πρέπει
να γίνουν στα ανάντη της περιοχής. Εάν αυτή η περιοχή βρίσκεται σε άλλη διοικητική
διαίρεση, ο σχεδιασμός της αναγκαίας παρέμβασης γίνεται πάρα πολύ δύσκολος αν
όχι αδύνατος.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων απαιτεί ένα αποκεντρωμένο και συμμετοχικό
σύστημα, μια και οι περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές δράσεις απαιτούν την
κοινωνική αποδοχή για μια αποτελεσματική υλοποίηση των δράσεων.
Οι αγροτικές οικονομίες στις ανεπτυγμένες χώρες βρίσκονται σε μια αυξανόμενη
ευάλωτη θέση καθώς παράγουν προϊόντα χωρίς προστιθέμενη αξία, συνήθως ευπαθή
και δεν έχουν την εμπορική δύναμη να υπαγορεύσουν τις τιμές. Ως αποτέλεσμα, τα αγροτικά
εισοδήματα μειώνονται και οι τοπικές οικονομίες περνούν από μια σοβαρή κρίση. Η
κρίση αυτή αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια εξαιτίας της
παγκοσμιοποίησης. Ας σημειωθεί ότι στον Ευρωπαϊκό κοινοτικό χώρο το 80% της
γεωγραφικής έκτασης χαρακτηρίζεται ως αγροτική ή ημιαστική και σε αυτήν
διαβιώνει το 40% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, αλλά παράγεται μόνο το 30% του
Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Αυτός ο χώρος που είναι συχνά στη ρητορική του
ενδιαφέροντος των πολιτικών και των τεχνοκρατών πρέπει σύντομα να αποτελέσει
αντικείμενο ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη διασφάλιση της ταυτότητας και των
πλούσιων πολιτισμικών στοιχείων που διασώζει.
Κάτω από το πρότυπο του αειφορικού σχεδιασμού, η γεωργία με την ευρύτερη
έννοιά της πρέπει σταδιακά να μετασχηματιστεί σε περισσότερο αειφορικές μορφές:
·        
Μειώνοντας τις μονοκαλλιέργειες, οι οποίες είναι
ευάλωτες τόσο οικονομικά όσο και περιβαλλοντικά,
·        
Υιοθετώντας την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Εντόμων και
Παρασίτων για μείωση των χημικών στα τρόφιμα όπως απαιτούν οι καταναλωτές για
ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα,
·        
Συνδυάζοντας αγροτική και ζωική παραγωγή στις γεωργικές
εκμεταλλεύσεις για τη μείωση του κόστους και την αξιοποίηση των φυτικών και
ζωικών υπολειμμάτων,
·        
Κατευθύνοντας την παραγωγή για την κάλυψη τοπικών
αναγκών και τη μείωση του ενεργειακού κόστους στις μεταφορές τροφίμων,
·        
Αυξάνοντας το ρόλο των αγροτικών συνεταιρισμών. Οι
συνεταιρισμοί πρέπει να ανα­λάβουν διαδικασίες συσκευασίας, επεξεργασίας και μεταποίησης
που θα βελτιώσουν την ποιότητα (Δαουτόπουλος, 2009).
·        
Ίδρυση μικρών οικοτεχνικών μονάδων για την
αναβίωση παραδοσιακών προϊόντων ποιότητας με αυξημένη προστιθέμενη αξία.
Η γεωργία της χώρας μας αντιμετωπίζει μερικά πρόσθετα εμπόδια στη
διαδικασία του μετασχηματισμού της προς την κατεύθυνση της αειφορίας. Έχει μια
αγορά αγροτικών προϊόντων που αναρχείται και κυριαρχείται από οργανωμένες
μειοψηφίες χωρίς διαφάνεια και εγκυρότητα στη διαμόρφωση των τιμών. Μια
πρόσθετη δυσκολία πηγάζει από το γεγονός ότι στη χώρα μας δεν προστατεύεται η
γεωργική γη με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη αλλαγή χρήσεων και τη μεγάλη αύξηση
της τιμής της στις περιαστικές και τουριστικές περιοχές. Έτσι γεωργικές
εκμεταλλεύσεις στα όρια της περιαστικής επαφής θα βρουν ιδιαίτερα δελεαστικές
τις αποτιμήσεις των εκτάσεών τους και μάλλον θα πάψουν την λειτουργία τους παρά
θα αδράξουν την ευκαιρία των νέων αγορών που τις έχουν προσεγγίσει.
Αναφορές:
Burns, D., R. Hambleton and P. Hoggett. (1994). The Politics of Decentralisation: Revitalising
Local Democracy. Hong Kong:
The MacMillan Press Ltd.
Daoutopoulos, G., Pyrovetsi, M., and E.
Petropoulou. (2001). “Greek Rural Society and Sustainable Development”. Chapter
6, Pp. 151-73 in K. Eder and M. Kousis (eds) Environmental Politics in Southern
Europe: Actors, Institutions and Discourses in a Europeanizing
Society. Kluwer Academic Publications, Netherlands.
Δαουτόπουλος, Γ. (2005). Τοπική Ανάπτυξη. Θεσσαλονίκη Ε’ έκδοση.
Δαουτόπουλος, Γ., Λ. Καζακόπουλος,
και Μ. Κούση. (2005). Αγροτική Κοινωνιολογία. 3η
έκδοση. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζυγός. 
Δαουτόπουλος, Γ. (2009). Αγροτική Κοινωνιολογία και Συνεργατισμός.
Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζυγός.

No Comments Yet.